bt_bb_section_bottom_section_coverage_image

Ακέραιος

ΑΚΕΡΑΙΟΣ

Επίθετο

Ετυμολογία

ακέραιος < ακέραιος< ά- (στερητικό) + κερράνυμι (αναμιγνύω)

ακέραιος, που δεν έχει μειωθεί ή δεν του λείπει κάτι

Συνώνυμα: άθικτος, ολόκληρος, πλήρης

(μεταφορικά) (για άνθρωπο) σώος, αβλαβής

(μεταφορικά) (για άνθρωπο) που είναι ‘εντιμος ή άψογος

ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ

Ουσιαστικό

Η απόλυτη εντιμότητα μιας προσωπικότητας

Η δική μου προσέγγιση.

Όταν μια περιοχή της ζωής μου υπολείπεται σε ακεραιότητα, επηρεάζονται τα πάντα γύρω μου. Καθαρίζοντας όμως την περιοχή που πάσχει από έλλειψη ακεραιότητας, διαμορφώνονται και οι υπόλοιποι τομείς.

Χρειάζεται πολύ μεγάλο κουράγιο να μπορώ να ακολουθώ θεμελιώδεις πνευματικές αρχές, με αποτέλεσμα να έχω μια «ήσυχη» συνείδηση αποποιούμενη ένα μεγάλο κομμάτι ιδιοτέλειας, δηλαδή ν΄αναζητώ κάθε φορά ένα ίδιον τέλος, δηλαδή να ζω απαλλαγμένη από το στόχο να έχω πάντα ένα προσωπικό όφελος, δηλαδή να πράττω σύμφωνα με το κοινό καλό, ακόμα κι΄όταν αυτό φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο.

Υ.Γ Επειδή είναι ο μόνος δρόμος για να χαίρει κάποιος την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των άλλων, και επειδή το χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ, συμπερασματικά καταλήγω, ότι ο κόσμος θα γίνει πολύ καλύτερος αν πληθήνουν οι άνθρωποι με ακεραιότητα.

Το τριανταφυλλάκι, το διάλεξα λευκό (με λίγο χρώμα, από ηλιοβασίλεμα) γιατί συμβολίζει την αγνότητα των προθέσεων.